Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Alice Wellinger’s Surreal Human Animal Hybrid Art





του Δημήτρη Παπαγεωργίου

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε έναν πολύ σημαντικό, και παραγνωρισμένο εκτός των στενών "κομματικών γραφείων" παράγοντα, που μόλις πρόσφατα αναδείχθηκε από τον Αντώνη Σαμαρά, στα πλαίσια της υποψηφιότητάς του για την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Ο λόγος για την "μεσαία τάξη". Η οποία άλλωστε αποτελεί και την πραγματική ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας.

Εδώ θα πρέπει όμως να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Γιατί μπορεί σε έναν "πλειστηριασμό αγάπης" για την μεσαία τάξη όλοι να την υμνούν και να την περιγράφουν με τα ζωηρότερα των χρωμάτων. Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Για την "ανατροπή" που ευαγγελιζόμαστε, η μεσαία τάξη είναι μεν το σημαντικότερο εργαλείο, αλλά και το μεγαλύτερο εμπόδιο. Οι πιο επικίνδυνες και αντεθνικές δυνάμεις, προέρχονται από την ίδια την μεσαία τάξη και τη νοοτροπία που την θέλει υποταγμένη στις συστημικές επιταγές. Τυπικά χαρακτηριστικά της μεσαίας τάξης είναι ο συντηρητισμός (με την έννοια της υποταγής στην πολιτική ορθότητα), η αυταρέσκεια, ο θαυμασμός για τις πολιτικές ελίτ αλλά και μια διαστρεβλωμένη εμμονή στην "σταθερότητα". Και είναι βέβαιο ότι τα δημιουργικότερα κομμάτια της μεσαίας τάξης, προσβλέπουν στο ενδεχόμενο μετάβασης τους στην ανώτερη τάξη, με όποιον τρόπο είναι αυτό δυνατόν.

Επιπλέον, στην χώρα μας, λόγω της παντελούς ιδεολογικής κυριαρχίας της Αριστεράς, δίχως αντιστάσεις, ο αντικοινωνικός ριζοσπαστισμός (τύπου ΣΥΡΙΖΑ) και οι αντιπατριωτικές απόψεις που παλαιότερα συναντούσε κανείς σε κομμάτια της εργατικής τάξης, μεταφέρθηκαν στην μεσαία.

Πέραν αυτών όμως, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι οποιαδήποτε αλλαγή και αν επέλθει - και μιλάμε για την ανατροπή του αριστερο-φιλελεύθερου συστήματος- θα γίνει με τους όρους που θα θέσει η μεσαία τάξη.

Θα ήταν πολύ ωραίο και πολύ απλούστερο, να μείνουμε προσκολλημένοι στην φρασεολογία των διαφόρων επαναστατικών (μαρξιστικών και εθνικών) κινημάτων του πρώτου μισού του αιώνα, που καλούσαν σε εξέγερση τις..εργατικές μάζες. Πρέπει όμως εδώ κάπου να κατανοήσουμε, ότι οι εργατικές μάζες δεν υπάρχουν πια. Τα τελευταία 50 χρόνια, στην δυναμικότερη περίοδο του καπιταλισμού και λόγω των τεχνολογικών αλμάτων, η μεσαία τάξη συσσώρευσε ένα σημαντικό μέγεθος πλούτου και βελτίωσε τους όρους ζωής της.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Οι "αξίες" της μεσαίας τάξης, προέρχονται από την δυναμική αυτή περίοδο του καπιταλισμού. Και παρόλο που το σύστημα βουλιάζει όλο και πιο γρήγορα στον βάλτο των δικών του αδυναμιών, κάνοντας τους πλούσιους πλουσιότερους, εμείς προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τις προερχόμενες αντιλήψεις από την δεκαετία του '50 και του '60, με φρασεολογία ακόμη παλαιότερη, του '30 και πιο παλιά.

Αυτή ακριβώς είναι και η διαφορά στα κόμματα της αριστεράς. Η αριστερά τύπου ΣΥΡΙΖΑ (που μιλά με σύγχρονους όρους) και η αριστερά τύπου ΚΚΕ (με την γνωστή παλαιολιθικότητα).

Με όλα τα καλά και τα κακά της, η μεσαία τάξη, αποτελεί πλέον το κλειδί για οποιαδήποτε αλλαγή. Και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του "χώρου" είναι να βρει τρόπους να απευθυνθεί σε αυτήν, πέραν των ξεκάθαρων πατριωτικών προβληματισμών. Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Ειδικά όταν κάποιοι θεωρούν ότι είναι απευθείας απόγονοι του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, και ο κόσμος θα πρέπει να...ψάξει να τους βρει. Δεν είναι έτσι σύντροφοι. Οι μέρες που οι νέοι αναζητούσαν τις "λέσχες ξιφομαχιών" έχουν περάσει. Σήμερα αυτό που χρειαζόμαστε, βρίσκεται πιο κοντά στους...αποστόλους της πρώιμης χριστιανικής εποχής. Και θα πρέπει να καθορίσουμε την γλώσσα στην οποία μιλάμε. Ασχολούμενοι με τα ζητήματα του σήμερα.

πηγή: Περιοδικό Patria (τευχ.20 Νοεμβρ-Δεκεμβρ. 2009) 


Posted on Δευτέρα, Νοεμβρίου 30, 2015 by Unknown

1 comment

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015


Posted on Κυριακή, Μαρτίου 29, 2015 by Unknown

No comments

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Φωτογραφία του ακραίου αναρχικού (τότε) Μπενίτο Μουσολίνι


Το παραδοσιακό αριστερό – δεξιό μοντέλο του πολιτικού τόξου παρουσιάζει τον φασισμό και τον μαρξισμό ως διαμετρικά αντίθετες ιδεολογίες. Ο μαρξισμός θεωρείται ως μια ιδεολογία της άκρας αριστεράς ενώ ο φασισμός υποθετικά αντιπροσωπεύει μια προοπτική που είναι περίπου όσο πιο άκρα στη δεξιά μπορεί κανείς να πάει. Ένα άρθρο που πρόσφατα μεταφράστηκε στα αγγλικά από την πορτογαλική Finis Mundis Press, του Eric Norling «Επαναστατικός Φασισμός» κάνει πολλά στο να αποκαλύψει την οπτική του φασισμού όπως τον θεωρούσε αυτόν ο Μουσολίνι και οι κοορτές του και θέτει το θέμα της ιδεολογίας της άκρας δεξιάς υπό αμφισβήτηση. 

Το έργο αυτό αρχικά εκδόθηκε το 2001 και ο συγγραφές Norling, είναι ένας ιστορικός και δικηγόρος Σουηδός που τώρα ζει μόνιμα στην Ισπανία. Ο Norling παρατηρεί ότι καθ όλη τη διάρκεια της νεανικής ζωής του από τα παιδικά χρόνια μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο Μουσολίνι ήταν όπως κάθε τυπικός αριστερός, όπως πχ ο Eugen V. Debs. Ήταν αυτό που αργότερα θα γινόταν γνωστό ως «Μωρό με κόκκινες πάνες» (το οποίο σημαίνει ότι ήταν παιδί επαναστατών σοσιαλιστών γονιών). Σαν νεαρός ο ίδιος ο Μουσολίνι ήταν μαρξιστής, φανατικά ενάντια στον κλήρο, πήγε στην Ελβετία για να αποφύγει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και είχε συλληφθεί και φυλακισθεί επειδή προέτρεπε σε απεργίες. Τελικά έγινε αρχηγός στο σοσιαλιστικό κόμμα της Ιταλίας και φυλακίσθηκε ξανά το 1911 για τις αντιπολεμικές ενέργειές του που σχετίζονταν με την Ιταλική εισβολή στη Λιβύη. Ο Μουσολίνι ήταν τόσο ελπιδοφόρος σαν σοσιαλιστής σε εκείνο το σημείο της καριέρας του που κέρδισε τον έπαινο του Λένιν, ο οποίος τον θεωρούσε τον φυσικό ηγέτη ενός μελλοντικού ιταλικού σοσιαλιστικού κράτους. 

Όταν ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε το 1914, ο Μουσολίνι αρχικά υποστήριζε την αντιπολεμική θέση του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, αλλά τους επόμενους μήνες άλλαξε σε μια θέση υπέρ του πολέμου, θέση που του «πρόσφερε» την διαγραφή του από το κόμμα. Μετά κατατάχτηκε στον Ιταλικό στρατό και πληγώθηκε στη μάχη. Η λόγοι για την αλλαγή στάσης του Μουσολίνι υπέρ του πολέμου είναι απαραίτητοι για την κατανόηση της πραγματικής προέλευσης και φύσης του φασισμού και της θέσης του μέσα στο πλέγμα της πολιτικής και θεωρητικής ιστορίας του 20ου αιώνα. Ο Μουσολίνι έφτασε να βλέπει τον πόλεμο σαν μια αντι ιμπεριαλιστική πάλη ενάντια σε συντηρητικές δυνάμεις όπως οι Αψβούργοι, οι Οθωμανοί Τούρκοι και η Γερμανία των Hohenzollern που επιτίθονταν σε αυτά τα καθεστώτα σαν αντεπαναστάτες εχθρούς που είχαν καταπιέσει τον σοσιαλισμό. Ο Μουσολίνι επίσης προφητικά πίστευε ότι η συμμετοχή της Ρωσίας στον πόλεμο θα ξυπνούσε αυτό το έθνος στον βαθμό που να είναι ανοιχτό σε μια σοσιαλιστική επανάσταση (που είναι ακριβώς ότι έγινε). Με άλλα λόγια, ο Μουσολίνι θεώρησε τον πόλεμο σαν μια ευκαιρία για να αναπτυχθούν αριστεροί επαναστατικοί αγώνες στην Ιταλία και αλλού.

Όταν το Ιταλικό φασιστικό κίνημα ιδρύθηκε το 1919, τα περισσότερα από τα ηγετικά στελέχη και τους θεωρητικούς του ήταν, όπως και ο ίδιος ο Μουσολίνι πρώην μαρξιστές και γενικότερα ριζοσπάστες αριστεροί όπως οι ακόλουθοι του επαναστάτη συνδικαλιστή George Sorel. Τα επίσημα προγράμματα που έβγαλαν οι φασίστες ,μεταφράσεις των οποίων περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Norling, αντανακλούν μια μίξη δημοκρατικών και σοσιαλιστικών ιδεών που θα ήταν κοινή σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή ομάδα της εποχής. Εάν πράγματι τα στοιχεία είναι συντριπτικά ότι ο φασισμός έχει τις ρίζες του στην άκρα αριστερά τότε από πού πήρε ο φασισμός τη φήμη του ως ιδεολογία προερχόμενη από τη δεξιά;

Η απάντηση φαίνεται να είναι ένας συνδυασμός τριών βασικών παραγόντων. Η μαρξιστική προπαγάνδα η οποία δυστυχώς βρήκε τον δρόμο της στην mainstream ιστοριογραφία, η αναθεώρηση των ίδιων των αριστερών επαναστατικών αρχών από τους ηγέτες του φασισμού και η αναπόφευκτη συμβιβασμοί και υποχωρήσεις που έγιναν από τον φασισμό προκειμένου να πετύχει τον στόχο του να ελέγχει πραγματικά το κράτος. Σχετικά με τα πρώτα αυτά ο David Ramsey Steele περιέγραψε την κλασσική μαρξιστική θεώρηση του φασισμού σε ένα σημαντικό άρθρο σχετικά με την ιστορία του φασισμού 

Το 1930 η έννοια του «φασισμού» στον αγγλόφωνο κόσμο είχε μετασχηματιστεί από μια εξωτική, ίσως σικ, ιταλική αριστοκρατία σε ένα σύμβολο του κακού για κάθε χρήση. Κάτω από την επιρροή αριστερών συγγραφέων επιβλήθηκε μια θεώρηση του φασισμού που παρέμεινε κυρίαρχη ανάμεσα στους διανοούμενους μέχρι σήμερα. Και πάει έτσι:

Ο Φασισμός είναι καπιταλισμός χωρίς τη μάσκα. Είναι ένα εργαλείο του μεγάλου κεφαλαίου, ο οποίος κυβερνά μέσω της δημοκρατίας μέχρι να νιώσει ότι απειλείται θανάσιμα, μετά «απελευθερώνει» τον Φασισμό. Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ πήραν την εξουσία από το μεγάλο κεφάλαιο επειδή το μεγάλο κεφάλαιο προκλήθηκε από την επαναστατική εργατική τάξη. Φυσικά πρέπει να εξηγήσουμε, μετά, πως ο Φασισμός μπορεί να είναι ένα μαζικό κίνημα και ένα κίνημα που ούτε οδηγείται ούτε οργανώνεται από το μεγάλο κεφάλαιο. Η εξήγηση είναι ότι ο Φασισμός το κάνει αυτό με έξυπνη χρήση τελετουργικών και συμβόλων. Ο Φασισμός σαν ιδεολογική κατήχηση είναι κενός σοβαρού περιεχομένου ή εναλλακτικά το περιεχόμενό του είναι ασυνάρτητος. Η επιρροή του Φασισμού είναι θέμα συναισθημάτων περισσότερο παρά ιδεών. Βασίζεται σε τραγούδισμα ύμνων, κούνημα σημαιών και άλλα μικροπράγματα που δεν είναι τίποτε άλλο παρά παράλογα μέσα που χρησιμοποιούνται από τους φασίστες ηγέτες που έχουν πληρωθεί από το μεγάλο κεφάλαιο για να ποδηγετούν τις μάζες.




Αυτή η αντίληψη συνεχίζει να είναι η κυρίαρχη αριστερή ανάλυση του Φασισμού και χρειάζεται αρκετή προσπάθεια για να εξηγηθεί γιατί για παράδειγμα αμερικανικά πολιτικά κινήματα ή φιγούρες που δεν έχουν απολύτως τίποτα κοινό με τον ιστορικό Φασισμό όπως για παράδειγμα το Tea Party ή οι νεοσυντηριτικοί (ασυνάρτητοι σχολιαστές) του Fox News ή των συντηρητικών ραδιοφωνικών σχολιαστών, συνεχίζουν να είναι αποδέκτες της «φασιστικής» ταμπέλας από αταβιστές φιλελευθέρους και αριστερούς.

Η πραγματικότητα της προέλευσης του Φασισμού είναι εντελώς διαφορετική. Οι δημιουργοί του ήταν μια ομάδα αριστερών διανοητών και πολιτικών αντρών των οποίων κοινό σημείο αναφοράς ήταν η κοινή συνειδητοποίηση ότι ο μαρξισμός ήταν μια αποτυχημένη ιδεολογία. Όπως παρατηρεί ο Στιλ:

Ο Φασισμός ξεκίνησε ως μια αναθεώρηση του μαρξισμού από μαρξιστές, μια αναθεώρηση που αναπτύχθηκε σε διαδοχικά στάδια, ώστε τελικά αυτοί οι μαρξιστές σταδιακά σταμάτησαν να σκέφτονται τους εαυτούς τους σαν μαρξιστές και τελικά σταμάτησαν να σκέφτονται τους εαυτούς τους ως σοσιαλιστές. Ποτέ δεν σταμάτησαν να σκέφτονται τους εαυτούς τους σαν αντιφιλελεύθερους επαναστάτες.

Η ΚΡΙΣΗ του μαρξισμού συνέβη στη δεκαετία του 1890. Οι μαρξιστές διανοούμενοι μπορούσαν να ισχυριστούν ότι μιλούν εκ μέρους μαζικών σοσιαλιστικών κινημάτων σε όλη την ηπειρωτική Ευρώπη, και όμως έχει γίνει ξεκάθαρο εκείνα τα χρόνια ότι ο μαρξισμός είχε επιβιώσει σε έναν κόσμο για τον οποίο ο Μαρξ πίστευε ότι δεν ήταν δυνατό να υπάρξει. Οι εργάτες γίνονταν πλουσιότεροι, η εργατική τάξη είχε χωριστεί σε τομείς με διαφορετικά ενδιαφέροντα, η τεχνολογική πρόοδος επιταχύνονταν αντί να έρχεται αντιμέτωπη με ένα οδόφραγμα, το «ποσοστό του κέρδους» δεν έπεφτε, ο αριθμός των πλούσιων επενδυτών («μεγιστάνες του κεφαλαίου») δεν έπεφτε αλλά αυξανόταν η βιομηχανική συγκέντρωση δεν μεγάλωνε, και σε όλες τις χώρες οι εργάτες έβαζαν τη χώρα πάνω από τις τάξεις τους.


Η πρώιμοι φασίστες ήταν πρώην μαρξιστές που είχαν φτάσει σε σημείο να αμφισβητούν την επαναστατική δυνατότητα του ταξικού αγώνα, αλλά είχαν επανειλημμένως φτάσει στο σημείο να θεωρούν τον επαναστατικό εθνικισμό ως δείχνοντα αξιοσημείωτες πιθανότητες. Όπως ο Μουσολίνι είχε σημειώσει σε έναν λόγο στις 5 Δεκεμβρίου του 1914:

Το Έθνος δεν εξαφανίστηκε. Συνηθίζαμε να πιστεύουμε ότι ήταν κενό περιεχομένου. Αντίθετα βλέπουμε το Έθνος να υψώνεται σαν μια συνταρακτική πραγματικότητα μπροστά μας…! Η τάξη δεν μπορεί να καταστρέψει το Έθνος. Η τάξη αποκαλύπτει εαυτόν ως μια συλλογή ενδιαφερόντων – αλλά το έθνος είναι μια ιστορία συναισθημάτων, παραδόσεων, γλώσσας, κουλτούρας και φυλής. Η τάξη μπορεί να γίνει ένα βασικό κομμάτι του Έθνους, αλλά το ένα δεν μπορεί να εξαλείψει το άλλο. Ο ταξικός αγώνας είναι ένας άσκοπος δρόμος, με αποτελέσματα και συνέπειες οπουδήποτε κάποιος βρίσκει ανθρώπους που δεν έχουν αναδείξει αυτούς στα σωστά γλωσσικά και φυλετικά πρότυπα – όπου το εθνικό πρόβλημα δεν έχει λυθεί οριστικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις το ταξικό κίνημα βρίσκεται να συντροφεύετε από ένα δυσοίωνο ιστορικό κλίμα.
Ο Φασισμός υποδόρια εγκατέλειψε τον ταξικό αγώνα για μια επαναστατική εθνικιστική έκβαση που εξέφραζε την ταξική συνεργασία κάτω από την ηγεσία ενός ισχυρού κράτους που ήταν ικανό να ενώσει το έθνος και να επιταχύνει την βιομηχανική πρόοδο. Πράγματι, ο Στιλ έκανε μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση σχετικά με τις ομοιότητες ανάμεσα στην Ιταλία και τα μαρξιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 3ου κόσμου το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα:

Η λογική που υπογράμμιζε την αλλαγή της θέσης τους ήταν ότι δυστυχώς θα γινόταν επανάσταση όχι της εργατικής τάξης είτε στα ανεπτυγμένα κράτη είτε σε λιγότερα ανεπτυγμένα κράτη όπως η Ιταλία. Η Ιταλία ήταν μόνη της και το πρόβλημά της ήταν το χαμηλό βιομηχανικό της ισοζύγιο. Η Ιταλία ήταν ένα έθνος εκμεταλλευόμενων προλεταρίων ενώ οι πλουσιότερες χώρες ήταν κορεσμένα έθνη μπουρζουάδων. Το Έθνος ήταν ο μύθος που θα ένωνε τις παραγωγικές τάξεις πίσω από έναν αγώνα για να μεγεθύνουν τις εξαγωγές. Αυτές οι ιδέες επικάλυψαν την προπαγάνδα του 3ου Κόσμου τις δεκαετίες ’50 ’60 στις οποίες εμπνευσμένες ελίτ σε οικονομικά χαμηλές χώρες εκπροσωπούσαν λιγότερο τις δικές τους αλλά με σχολαστικό ανθρωπιστικό ρόλο σαν «προοδευτικές» γιατί αυτό θα επιτάχυνε την ανάπτυξη του 3ου Κόσμου. Από τον Nkrumah μέχρι τον Κάστρο οι δικτάτορες του 3ου Κόσμου θα ακολουθούσαν τα βήματα του Μουσολίνι. Ο Φασισμός ήταν μια πλήρης «πρόβα κουστουμιού» για τον μεταπολεμικό 3ο Κόσμο.

Κατά τη διάρκεια των 23ων χρόνων στην εξουσία το καθεστώς του Μουσολίνι σίγουρα έκανε αξιοσημείωτους συμβιβασμούς με τα παραδοσιακά συντηρητικά συμφέροντα όπως τη μοναρχία, το μεγάλο κεφάλαιο και την καθολική εκκλησία. Αυτοί οι πραγματιστικοί συμβιβασμοί γεννημένοι από την πολιτική ανάγκη είναι ανάμεσα στα στοιχεία που τυπικά αναφέρουν οι αριστεροί σαν δείγματα της δεξιάς φύσης του Φασισμού. Όμως υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι ο Μουσολίνι βασικά παρέμεινε ένας σοσιαλιστής καθ όλη τη διάρκεια της πολιτικής ζωής του. Έως το 1935, δεκατρία χρόνια αφού ο Μουσολίνι πήρε την εξουσία με την πορεία προς τη Ρώμη , το 75% της ιταλικής βιομηχανίας είχε ήδη ή κατευθείαν εθνικοποιηθεί ή βρεθεί κάτω από αυστηρό κρατικό έλεγχο. Πράγματι ήταν κυρίως προς το τέλος τόσο της ζωής του όσο και της ζωής του καθεστώτος του που η οικονομική πολιτική του Μουσολίνι ήταν κατά τον κύριο λόγο αριστερή.

Αφού έχασε για λίγο την εξουσία, για μερικούς μήνες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1943 ο Μουσολίνι επέστρεψε στην ηγεσία του Ιταλικού κράτους με γερμανική βοήθεια και έστησε αυτό που ονομάστηκε «Ιταλική Σοσιαλιστική Δημοκρατία». Το καθεστώς επίμονα εθνικοποίησε όλες τις εταιρίες που απασχολούσαν περισσότερους από 100 εργάτες, αναδιένειμε τα σπίτια που προηγουμένως άνηκαν στους εργοδότες, προχώρησε σε αναδασμό της γης και είδε έναν αριθμό προεξέχων μαρξιστών να ενώνονται με την κυβέρνηση του Μουσολίνι, ανάμεσα στους οποίους και ο Nicola Bombacci, ο ιδρυτής του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και προσωπικός φίλος του Λένιν. Αυτά τα γεγονότα περιγράφονται με αξιοσημείωτες λεπτομέρειες στο έργο του Norling.

Φαίνεται ότι η ιστορική πικρή αντιδικία ανάμεσα στους μαρξιστές και τους φασίστες είναι λιγότερο μια αντιδικία μεταξύ δεξιάς και αριστεράς και περισσότερο μια διαμάχη μεταξύ πρότερων παιδιών της αριστεράς. Αυτό δεν θα έπρεπε να δημιουργήσει κάποια ιδιαίτερη έκπληξη δεδομένης της συνήθειας των ριζοσπαστικών αριστερών γκρουπών για αιματηρές σεχταριστικές έριδες. Πράγματι θα μπορούσε να γίνει φανερό με επιχειρήματα ότι ο αριστερός «αντιφασισμός» έχει τις ρίζες του στη ζήλια ενός πιο πετυχημένου συγγενή περισσότερο παρά σε κάτι άλλο. Όπως επισήμανε ο Στιλ:

Ο Μουσολίνι πίστευε ότι ο Φασισμός είναι ένα διεθνές κίνημα. Περίμενε ότι και οι παρηκμασμένη μπουρζουάζικη δημοκρατία και ο δογματικός μαρξισμός – λενινισμός παντού θα υποχωρούσαν μπροστά στον Φασισμό, ότι ο 20ος αιώνας θα ήταν ένας αιώνας του Φασισμού. Όπως και οι αριστεροί ανταγωνιστές του υποτίμησε την αντοχή τόσο της δημοκρατίας όσο και του φιλελευθερισμού της ελεύθερης αγοράς. Αλλά στην ουσία η πρόβλεψη του Μουσολίνι εκπληρώθηκε: Το μεγαλύτερο κομμάτι του ανθρωπίνου πληθυσμού κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα κυβερνήθηκαν από κυβερνήσεις που επι του πρακτέου ήταν πιο κοντά στον Φασισμό απ ότι ήταν είτε στον φιλελευθερισμό είτε στον μαρξισμό – λενινισμό. Ο 20ος αιώνας ήταν πράγματι ο φασιστικός αιώνας. 

Alternative Right

Μετάφραση : στο antistasi.info

Posted on Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2015 by Unknown

No comments

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015



Του Σπύρου Βρυώνη, Βυζαντινολόγου, Ακαδημαϊκού από το πρώτο τεύχος του περ. Νέος Λόγιος Ερμής
Η απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών να οργανώσει τρεις διαφορετικές ημερίδες, σχετικές με τις σημαντικές χρονολογίες και την προέλευση των σύγχρονων Ελλήνων, είναι σημαντική για το νέο ελληνικό κράτος και για εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως σύγχρονοι Έλληνες, καθώς και για εκείνους που δεν το κάνουν. Οι αποσυνθετικές παράμετροι των διεθνών διπλωματικών και στρατιωτικών συγκρούσεων έχουν δημιουργήσει ένα παγκόσμιο παράδοξο, στα πλαίσια του οποίου ορισμένοι προέβλεπαν την αποδυνάμωση ή τη σταδιακή εξαφάνιση του «έθνους» και του «εθνικισμού» μπροστά στο «διεθνισμό», ενώ άλλοι είχαν προβλέψει το αντίθετο: την εξασθένιση ή εξαφάνιση του «διεθνισμού» μπροστά σε μια αναβίωση του «έθνους» και του «εθνικισμού». Ωστόσο, η διατύπωση προφητικών προβλέψεων δεν περιλαμβάνεται στο έργο του ιστορικού.
Συχνά οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. Το παράδειγμα του διάσημου βοστονέζου ψυχιάτρου Δρ. Langer να προβεί σε ανάλυση της προσωπικότητας του Χίτλερ αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Η χρησιμοποίηση της στατιστικής από τους κοινωνιολόγους έχει οπωσδήποτε μια πρακτική αξία, σε ότι αφορά τις προφανείς ασθένειες της σύγχρονης κοινωνίας. Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι εδώ αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.
Μετά από αυτές τις λίγες γενικεύσεις που αφορούν τους κοινωνικούς επιστήμονες, πρέπει να στραφούμε προς το ρόλο τους στη διαμόρφωση των θεωριών και των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός». Δεν είμαι ειδικός στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, υποχρεώθηκα να αντιμετωπίσω το έργο των κοινωνικών επιστημόνων σχετικά με το σημαντικό ζήτημα της φύσης και της προέλευσης του «έθνους» και του «εθνικισμού», ζήτημα που, τα τελευταία πενήντα χρόνια, έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη βιομηχανία, με μεγάλη επιστημονική βιβλιογραφία. Παραπέρα, αποτελεί ένα θέμα το οποίο έχει υποστεί μια ταχεία και δυναμική εξέλιξη στα 65 χρόνια που πέρασαν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε αυτή τη σύντομη παρουσίαση θα γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν κάποια βασικά σημεία των τομών που σηματοδότησαν ραγδαίες αλλαγές –θεωρητικά και πρακτικά– στην ιστορία και την προέλευση των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός».
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πολλά επιστημονικά συγγράμματα έχουν χρησιμοποιήσει μόνο ένα παλαιότερο μέρος από τα πορίσματα των κοινωνικών επιστημόνων, και συνεπώς, εφαρμόζουν τις μεθόδους, τις υποθέσεις, τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις μεταγενέστερες μελέτες, τις διορθώσεις και κάποτε τις ριζικές αναθεωρήσεις τους, τόσο στη θεωρία, όσο και στα δεδομένα που χρησιμοποιούν σχετικά με το ζήτημα αυτό. Διότι τα συγγράμματα των κοινωνικών επιστημόνων σε ένα χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τον μισό αιώνα, έχουν υποστεί πολύ σημαντικές αλλαγές ως προς τις θεωρίες και την ιστορία της εξέλιξης της σημασίας του «έθνους» και του «εθνικισμού».
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες κατά κύριο λόγο οι οποίοι, όχι μόνο εξετάζουν το «πότε» και το «πώς» εμφανίστηκαν τα έθνη και ο εθνικισμός, αλλά είναι επίσης και αυτοί που έχουν διατυπώσει τόσο τις σχετικές θεωρίες, όσο και πολλές παραλλαγές αυτών των θεωριών. Τα έργα τους έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στο διάλογο γι’ αυτά τα δύο «σύγχρονα» φαινόμενα, συνεχίζουν να τον εμπλουτίζουν και προσωπικά τα έχω βρει συναρπαστικά, έχοντας ωφεληθεί τα μέγιστα από αυτά. Εντούτοις, τα έργα αυτά προβαίνουν σε μια εκτεταμένη χρήση ιστορικών δεδομένων, προκειμένου να καταλήξουν σε θεωρητικά συμπεράσματα· μια εξειδικευμένη «πραγματολογική» γνώση μιας συγκεκριμένης περιοχής ή κοινωνίας, ή εποχής· μια έλλειψη εξειδικευμένης «πραγματολογικής» γνώσης των θεματικών που βρίσκονται εκτός μιας πεπερασμένης «πραγματολογικής» γνώσης· την κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοιο βαθμό ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων)· μια γενική εξάρτηση από ιστορικούς εξειδικευμένους σε μια επιστημονική περιοχή με την οποία ο κοινωνικός επιστήμονας δεν είναι εξοικειωμένος· την ισχυρή επιρροή των κοινωνικών επιστημόνων στην ιστορική επιστήμη σε αυτόν τον τομέα· την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού· την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. Αυτή η πολυχρησιμοποιημένη λέξη χρησιμοποιείται από όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες, αλλά η συγκεκριμένη χρήση της μπορεί να διαφέρει από τον ένα κοινωνικό επιστήμονα στον άλλο. Επιπλέον, πολλοί ιστορικοί ασχολούνται με το «που» και «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, αλλά δίνουν πολύ λίγη προσοχή στον σαφή προσδιορισμό της έννοιας του πολιτισμού.
Η ανάπτυξη της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας των κοινωνικών επιστημών είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να έχει επισκιάσει τις προσπάθειες να διατυπωθεί μια ιστορία της εξέλιξης των εννοιών του «έθνους» και της «εθνικότητας». Για τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρουσίασης θα περιγράψουμε τα μεταπολεμικά έργα της περιόδου 1945-2003 (κατά Paul Lawrence) πολύ σύντομα και επιμένοντας μόνο στα σημαντικά σημεία.
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποπεριόδους: Αυτή που αποκαλείται «απαρχές του κλασσικού μοντερνισμού (1945-1969»και την «άνοδο και πτώση του κλασικού μοντερνισμού (1970-2003)».
Πρόκειται για ένα μόνο μέρος του σκελετού που χρησιμοποιείται από τον Lawrence, αλλά αρκεί για την παρούσα ανάλυση. Επιπλέον, μέσα σε κάθε κίνηση ή θεωρητική στάση υπάρχουν παραλλαγές ως προς τους παράγοντες και/ ή τις λεπτομέρειες, οι περισσότερες των οποίων δεν μας αφορούν εδώ.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ernest Gellner αναγνωρίζεται γενικά ως ο «αρχιερέας» του μοντερνισμού (όσον αφορά τη συζήτηση για την προέλευση του έθνους και του εθνικισμού), που επέφερε μια εντυπωσιακή αλλαγή στη θεωρία και τη σύλληψη του υπό συζήτηση θέματος. Ο Gellner τοποθετείται στην αφετηρία αυτού που έχει περιγραφεί ως «κλασικός μοντερνισμός» (στο περιορισμένο πεδίο του). Τα κείμενά του επέπρωτο να γίνουν ο άγριος άνεμος, που φύσηξε στη φωτιά των διαλόγων για το έθνος και τον εθνικισμό. Για δύο σχεδόν δεκαετίες (από την δημοσίευση τους το 1964) η θεωρία του αποτέλεσε ένα ατράνταχτο δόγμα, μια ορθοδοξία, προτού υποστεί μιας οποιαδήποτε εύστοχη επίθεση.
Η θεωρία του δομήθηκε πάνω σε δύο σημαντικές προγενέστερες συμβολές. Η πρώτη ήταν τα γραπτά του ιστορικού Hans Cohn και του πολιτικού επιστήμονα Karl Deutsch, οι οποίοι είχαν προσφέρει στις έννοιες τόσο του έθνους όσο και του εθνικισμού μια διάσταση έντονης  νεωτερικότητας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, κατά την προηγούμενη δεκαετία ορισμένοι κοινωνιολόγοι εργάστηκαν πάνω στις δικές τους κοινωνικές θεωρίες, τις οποίες ο Τalcott Parsons επεξέτεινε και εμβάθυνε ως προς τον τρόπο με τον οποίο παραδοσιακές (φεουδαρχικές / αγροτικές) κοινωνίες μετατράπηκαν σε σύγχρονες. Το αποτέλεσμα ήταν μια νεότερη προσέγγιση και θεωρητικοποίηση, η οποία απαιτούσε λειτουργική ανάλυση των αναγκών των κοινωνιών σε περιόδους μεγάλων αλλαγών και προκλήσεων.
Ο Gellner παρέμεινε προσηλωμένος στις κατευθυντήριες αρχές του σε όλη του τη σταδιοδρομία και σε όλα τα γραπτά του (υπάρχουν μόνο μικρές παρεκκλίσεις από την απόλυτη απόρριψη  κάθε τι του παραδοσιακού) και η επιμονή του εκφράζεται καλύτερα με τα δικά του λόγια:
Μοντερνιστές, όπως εγώ, πιστεύουμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε γύρω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, και δεν υπάρχει τίποτε το προγενέστερο το οποίο να επιφέρει την παραμικρή διαφοροποίηση στα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε.
Τα επιχειρήματά του συνήθως αρχίζουν με την απόφανση ότι ο εθνικισμός και το έθνος είναι αδιαμφισβήτητα και αποκλειστικά σύγχρονα φαινόμενα, καθώς και με την απερίφραστη απόρριψη κάθε επιβίωσης κάποιων ουσιαστικών για το ζήτημα παραδοσιακών στοιχείων. Ακόμη και η απλή σκέψη μιας τέτοιας επιβίωσης απορριπτόταν ως «σκέτη ανοησία». Περαιτέρω, ο ίδιος αναδιατυπώνει αυτή τη θέση, επιστρατεύοντας ένα είδος υλιστικού αιτιολογικού παράγοντα, σε αντίθεση με μια μη-υλιστική αιτιώδη συνάφεια που χρησιμοποιούν άλλοι μελετητές. Θεώρησε τον εθνικισμό ως «υποπροϊόν» της νεωτερικότητας, μιας νεωτερικότητας που είναι αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα.
Ακόμα ένα τέτοιο «υποπροϊόν» είναι και το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα που απαιτεί η εκβιομηχάνιση για να εξυπηρετήσει το νέο έθνος-κράτος. O Gellner διακηρύσσει ότι η συνύπαρξη πολιτισμών, ξένων μεταξύ τους, δηλαδή τα δύο επίπεδα της προ-μοντέρνας κοινωνίας, αρκούσαν για τις μεσαιωνικές παραδοσιακές πολιτικές οντότητες. Αλλά η βιομηχανική επανάσταση προκάλεσε τη διατάραξη και τη διάλυση αυτών των δύο διαφορετικών πολιτισμών, και οι κοινωνίες απαίτησαν μια αντίστοιχη εκπαιδευτική επανάσταση, καθώς η παραδοσιακή κοινωνία άρχισε να μετακινείται προς τις εκβιομηχανισμένες πόλεις.
Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι οικονομικές ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας δημιουργήθηκε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο επέφερε την υιοθέτηση της κρατικής κουλτούρας από την πρώην παραδοσιακή κοινωνία, καθώς αυτή συνέρεε στις πόλεις. Αυτή η νέα προσπάθεια για εξασφάλιση κοινωνικής ομοιογένειας επιβλήθηκε, συνεπώς, με την υιοθέτηση ενός ενιαίου πολιτισμού. (Πρέπει να διευκρινιστεί, σε αυτό το σημείο ότι οι συμμετέχοντες στο διάλογο αυτό είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν τον όρο πολιτισμός, με τρόπο που να ορίζει σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να προσδώσει συνοχή σε μία συγκεκριμένη θεωρία ή σε ένα συγκεκριμένο επιχείρημα. Η «σημασία» του, επομένως, προσδιορίζεται από τις κοινωνικές επιστήμες ή από οποιαδήποτε άλλη θεωρία. Μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε απαιτείται από οποιοδήποτε εγχείρημα.)
Ωστόσο, το έργο και η θεωρία του Gellner ως προς το έθνος και τον εθνικισμό αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό σε ένα διάλογο, ο οποίος συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Τόσο οι επικριτές όσο και οι στρατιές των οπαδών του έχουν επηρεαστεί από τη σκέψη και τη θεωρία του, ενώ ορισμένες σύγχρονες διαστάσεις των απόψεών του έχουν επιβιώσει, σε αντίθεση με άλλες.
Ο Lawrence θεωρεί τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70 ως την περίοδο της ανόδου, όσο και της πτώσης του «κλασικού μοντερνισμού». Η εποχή άνοιξε με έναν έντονο, για να μην πω οξύτατο, διάλογο ως προς την προέλευση και την ουσία του έθνους και του εθνικισμού. Οι οπαδοί της θεωρίας του Gellner επιμένουν ιδιαίτερα στη νεωτερικότητά της και την κεφαλαιώδη σημασία της οικονομικής ανάπτυξης στη βιομηχανική επανάσταση και στην άλλη επανάσταση που ακολούθησε, δηλαδή το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα, και στην απομάκρυνση από τους προγενέστερους πολιτισμούς των προ-βιομηχανικών κοινωνιών. Εδώ τα κείμενα και οι θεωρίες του Eric Hobsbaum και του Benedict Anderson παίζουν έναν κομβικό ρόλο. Δεδομένης της συντομίας αυτής της ανακοίνωσης δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για άλλους συγγραφείς, όπως οι Paul Brass και Michael Hechter. Είναι τα έργα του Hobsbaum και του Anderson, που συνέβαλαν στην απόλυτη επικράτηση της νεωτερίζουσας αντίληψης περί εθνών και στην προσωρινή κυριαρχία της στον διάλογο που διεξάγεται στο εσωτερικό των κοινωνικών επιστημών.
Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα οι απαρχές της μεθοδολογικής κριτικής, τόσο σε βιβλιοκριτικές των μοντερνιστικών έργων, όσο και με την εμφάνιση σοβαρών ακαδημαϊκών εργασιών που αμφισβητούσαν ουσιώδεις παραμέτρους των νεωτεριστικών θεωριών.
Μεταξύ άλλων, οι Hobsbaum και Anderson συνέδεσαν τις θεωρητικές αναπτύξεις τους με εκείνες των μοντερνιστών (Gellner κ.α.), σχετικά με την εξέλιξη της πολιτικής και βιομηχανικής κοινωνίας. Διαφοροποιήθηκαν, ωστόσο σε ένα σημείο εγείροντας το ζήτημα της πληρέστερης κατανόησης ενός τρίτου παράγοντα που συμβάλλει στη δημιουργία του εθνικισμού, τον παράγοντα του πολιτισμού.
Αυτόν τον πολιτισμό ο Anderson τον ορίζει ως ένα «πολιτισμικό τεχνούργημα». Επομένως, «εφευρέθηκε», ή, ακόμη καλύτερα, υπήρξε προϊόν φαντασίας ή κατασκευής από τις ελίτ. Εισήλθε στο μείγμα ως «ιστορικές συγκυρίες». Ορίζοντάς το στοιχείο του «εθνικού αισθήματος» ή συναισθήματος ως κατασκευή, οι δύο αυτοί συγγραφείς επιχείρησαν με έμφαση να το εισαγάγουν στο σχήμα του Γκέλνερ. Πρόθεσή τους ήταν με αυτόν τον τρόπο να προσδώσουν στον εθνικισμό και στο έθνος μια πιο ζεστή, πολιτισμική διάσταση, η οποία ουσιαστικά έλειπε από τις προηγούμενες θεωρίες των μοντερνιστών.
Αυτός ο τρίτος παράγοντας ήταν αναγκαίος, καθώς συνυπολόγιζε τις σοβαρές θυσίες που απαιτούσε η ανάδυση της νέας μοντέρνας κοινωνίας. Ταυτόχρονα, αυτός ο τρίτος παράγοντας του «συναισθήματος» συνοδεύεται, στα κείμενα των δύο συγγραφέων, από τις λέξεις «προγενέστερος», «βαθύς», «παραδοσιακός» πολιτισμός, υπονομεύοντας έτσι την αυστηρότητα της θεωρίας τους. Διότι αυτό το στοιχείο αποτέλεσε στη συνέχεια το έναυσμα για μια επίθεση εναντίον της συνολικής θεωρίας, που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που εφευρέθηκαν ή δημιουργήθηκαν από τον μοντερνισμό. Παρ’ ότι ο όρος «φαντασιακός», χρησιμοποιείται για να καταδείξει πόσο άχρηστη είναι η παράδοση, δηλαδή οι προ-νεωτερικές θεωρίες των έθνους και του εθνικισμού, στην  πραγματικότητα, και ο Hobsbaum και ο Anderson είχαν μόνο τα δύο από τα τρία «πόδια» τους στο στρατόπεδο των μοντερνιστών. Ενώ το τρίτο μέλος τους πατούσε στην πολύ διαφορετική και ανταγωνιστική θεωρία των εθνοσυμβολιστών. Έτσι, ο πρώτος έχει μιλήσει για την ανάγκη εμβάθυνσης στις προγενέστερες κοινωνίες, ως έναν από τους παράγοντες της διαδικασίας, ενώ και οι δυο παραβίασαν τη μοντερνιστική καθαρότητα του Gellner. Στην πραγματικότητα, η τρίτη συνιστώσα, το εθνικό ή εθνοτικό συναίσθημα ως φαντασιακό δημιούργημα, δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί μια επιστημονική βάση για την ερμηνεία ενός «νόμου» των κοινωνικών επιστημών. Η χρήση των όρων «φαντασιακός» και «προϊόν φαντασίας» δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών σε ένα διάλογο. Δεν είναι αδόκιμο να αναφέρουμε κ εδώ το ερώτημα ενός επικριτή: «Πώς ξεχωρίζεις το “γνήσιο” από το “ψευδές” παρελθόν;» Το να επιμείνει κανείς στα μυθικά «δεδομένα» είναι τουλάχιστον ύποπτο. Αυτό εξ άλλου εγείρει το ζήτημα των σχέσεων μύθου και ψεύδους.
Πριν περάσουμε στην επόμενη φάση της συζήτησης, δηλαδή την αποτελεσματική κριτική και ανάλυση της μοντερνιστικής αντίληψης, αξίζει να εξάρουμε, εν συντομία, ορισμένες αρετές του βιβλίου του Anderson. Η αντικειμενικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, η ευγένειά του απέναντι στους επικριτές του χρησιμοποιείται δημιουργικά, γι’ αυτό και πρόσθεσε δύο κεφάλαια στη δεύτερη έκδοση και τους ευχαριστεί για τις κριτικές υποδείξεις τους. Επί πλέον, εισάγει μια παράμετρο που σπανίως συναντάται στον σχετικό διάλογο, τις απόψεις των εθνών και εθνικισμών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Προσωπικά, βρήκα ότι το βιβλίο του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του ότι εκφράζει τους κλασικούς μοντερνιστές την παραμονή μιας ριζικής ανατροπής.
Οδηγούμαστε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία που επιχείρησε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner. Αν και ο πρώην μαθητής δεχόταν αρχικά τις θεωρίες του δασκάλου του, μετά από μια περαιτέρω λεπτομερέστερη επανεξέταση της μοντερνιστικής ερμηνείας, συνειδητοποίησε ότι η έννοια του πολιτισμού δεν αντιμετωπιζόταν ικανοποιητικά στη μοντερνιστική θεωρία. Αν και δεχόταν τη νεωτερικότητα του μοντερνιστών ως προς τη νεωτερική υφή του έθνους και του εθνικισμού, βρήκε την ανάλυση του πολιτισμού και του ρόλου του στην εφεύρεση του «πολιτισμού» ρηχή και ανεπαρκή για μία συνολική θεωρητική περιγραφή του έθνους και του εθνικισμού. Η μεταγενέστερη σταδιοδρομία του Smith υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική και η διατύπωση της θεωρίας του πειστική, σε μια επιτυχημένη προσπάθεια να προσδώσει ιστορικότητα και στις δύο αυτές έννοιες, καθώς τους προσέδωσε ισχυρές και αδιαμφισβήτητες ρίζες στην αρχαιότητα αυτής της διάστασης του έθνους και του εθνικισμού. Κατά την άποψή του, ο τρίτος παράγων στη δημιουργία του έθνους και του εθνικισμού ήταν το ιστορικό προνεωτερικό παρελθόν.
Στο εξής, ο διάλογος για την προέλευση και τη φύση και του έθνους και του εθνικισμού έλαβε χώρα με τρόπο ορατό και ηχηρό, και σε έντυπη μορφή μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Η άποψη του Smith είναι ότι το «έθνος»  προέρχεται από τα «έθνη», δηλαδή από τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήσαν ακόμα ισχυρές, και διατηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία κατά την διαδικασία του εκσυγχρονισμού της προσέδωσε στο έθνος και τον εθνικισμό μεγάλο μέρος του πολιτισμού και ειδικότερα του «συναισθήματος» και των «αισθημάτων» της αρχαιότητας. Οι οπαδοί της νέας ερμηνείας χαρακτηρίσθηκαν ως «εθνοσυμβολιστές». Οι εθνοσυμβολιστές, μεταξύ άλλων, προσέφεραν στη θεωρία του έθνους και του εθνικισμού μια νέα εξαιρετικά παραγωγική αντίληψη, η οποία συνέδεσε τη νεωτερικότητα με μια αναμφισβήτητα βαθιά και πλούσια ποικιλία από συναισθήματα και ιστορικά δεδομένα, ενώ η αποδοχή των απόψεών τους συνέβαλε στο να αναδειχθεί αυτή η έννοια του πολιτισμού, και να αντικατασταθεί η πιο στρουκτουραλιστική και αδιάφορη θεωρία περί πολιτισμού που είχαν αναπτύξει οι κλασικοί μοντερνιστές.
Τα κείμενα του Smith απέδωσαν καρπούς και ο δάσκαλός του βρέθηκε να παλεύει για μια χαμένη μάχη. Βέβαια, ο Gellner δήλωσε ότι ποτέ δεν αποδέχθηκε το έργο του μαθητή του και παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένος στις απόψεις του μέχρι τέλους. Αλλά έτσι αγνόησε το γεγονός ότι ο ίδιος είχε δηλώσει πως η θεωρία του για τον πολιτισμό έχει προκύψει από το παρελθόν. Πάντως, παραδέχτηκε ότι η νέα αυθεντία ήταν πλέον ο Smith.
Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο ανοικτός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, δήλωσε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό. Συμβαίνει συχνά η αρετή να αναδεικνύεται στις στιγμές της ήττας. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η θεωρία του Smith είχε αντικαταστήσει τη δική του θεωρία, έγραψε στην εισαγωγή της νέας έκδοσης του δικού του κλασικού έργου, lmagined Communities [στα ελληνικά το έργο έχει μεταφραστεί με τον τίτλο Φαντασιακές κοινότητες], ότι συνειδητοποίησε πως το εν λόγω βιβλίο του είχε σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι και ολοκληρωτικά, ξεπεραστεί. Αξίζει να παρατεθεί αυτούσια η έκφραση αυτής της συνειδητοποίησης, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα αφορμή για αναστοχασμό από όλους τους θεωρητικούς, που διατυπώνουν άκαμπτες θεωρίες στις κοινωνικές επιστήμες:
Δεν είναι μόνον το πρόσωπο του κόσμου που έχει μεταβληθεί κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Και η μελέτη του εθνικισμού έχει μεταμορφωθεί εκπληκτικά – σε μέθοδο, κλίμακα, εκλέπτυνση, ακόμα και ποσοτικά… Η προσαρμογή των Φαντασιακών Κοινοτήτων στις απαιτήσεις αυτών των τεράστιων αλλαγών που έχουν συμβεί στον κόσμο και στα κείμενα είναι ένα έργο που υπερβαίνει τις σημερινές δυνατότητές μου. Έκρινα καλύτερο, ως εκ τούτου, να το αφήσω σε μεγάλο βαθμό ως έχει, ως ένα μη «αναστηλωμένο» κομμάτι εποχής, με το δικό του χαρακτηριστικό στυλ, σιλουέτα, και διάθεση.
Ωστόσο, αντλεί παρηγοριά από το ακόλουθο γεγονός:
Η ιδιότυπη μέθοδος και οι προβληματισμοί των Φαντασιακών Κοινοτήτων μου φαίνεται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται στις παρυφές των νεότερων μελετών για τον εθνικισμό – και υπό την έννοια αυτή, τουλάχιστον, δεν έχουν ολοκληρωτικά  ξεπεραστεί.
Τα συναισθήματά του, που διατυπώνονται με τόση σαφήνεια, είναι ένας καθρέφτης των αρετών του ως μελετητή και ως ανθρώπου. Πιστεύει στο διάλογο ως επιστημονική μέθοδο, και ήταν αρκετά ευφυής ώστε να συνειδητοποιήσει τη φύση όλων των θεωριών που υπόκεινται σε διάλογο. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι και παραμένει κλασικό, έστω και αν είναι πλέον περιθωριοποιημένο. Ωστόσο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ακαδημαϊκού διαλόγου.
 Τέλος, λίγα –ελάχιστα μάλιστα– σχετικά με τους μεταμοντέρνους. Η συμβολή τους, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι, είναι ότι θέτουν ένα τέλος στο διάλογο, δεδομένου ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι προτείνουν θεωρίες για πράγματα, τα οποία είναι αδύνατο να γνωρίζουμε! Ο Derrida θα έθετε τέλος σε ένα τέτοιο διάλογο με τη θεωρία του για την «αποκλειστικότητα» του κειμένου. Δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτό το απόφθεγμα αποκλείει και τον εαυτό του. Γνωρίζει, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτή τη διατύπωση, και ο ίδιος αποκλείει τον εαυτό του από όλα τα κείμενα, είτε προ-μοντέρνα είτε σύγχρονα, και αποκλείει και την ίδια τη μη-θεωρία του. Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει μια τέτοια θεωρία, αλλά οι κοινωνικοί επιστήμονες θα την απέρριπταν. Οι δε οπαδοί της θεωρίας της αποδόμησης, προτιμούν να επιτίθενται κατά των συγγραφέων και όχι κατά των ίδιων των κειμένων. Ωστόσο, άλλοι μελετητές θεωρούν τον διανοητικό διάλογο θετική προσέγγιση και μπορούν, ατελώς, να συγκρίνουν το διάλογο με την αναζήτηση για την Ιθάκη στο περίφημο ποίημα του Καβάφη.
* Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημίας Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010. Παραχωρήθηκε  για δημοσίευση στον νέο Λόγιο Ερμή, από τον Πρόεδρο της Ακαδημίας Κωνσταντίνο Σβολόπουλο.
Συνοπτικός κατάλογος των έργων που συμβουλευτήκαμε
Benedict Anderson, Imagined Com unites. Reflections on the Origin and Spread of
Nationalism, αναθεωρημένη έκδοση, London-New York, Trade paperback, Verso, 1991
Fredrik Barth, Andre Gingrich, Robert Parkin, Sydel Silverman. One Discipline, Four Ways: British, German, French, and American Anthropology. Chicago and London: University of Chicago Press, 2005,
John W. Bennett, Classic anthropology: critical essays 1944-1996; with contributions by Leo A. Despres & Michio Nagai. Transaction Publishers  (New Brunswick, NJ) 1998.
J.A. Cuddon, The Penguin Dictionary of Literary Terms and Literary Theory, Penguin books, 1992.
Ernest Gellner, Nations and Nationalism, Ithaca, NY: Cornell University Press 1983.
Clifford Geertz, The Interpretation of Cultures, New York, Basic Books 1973.
E.J. Hobsbaum, Nations and Nationalism since 1789. Programme, myth, reality
Wiltshire, Cambridge University Press, 1990.
John Hutchinson,’l’h’Ei’ Dynamics of Cultural Nationalism, London, Routledge, 1987.
J. Hutchinson & Anthony D.Smith, editors, Nationalism, Oxford-New York, Oxford University Press, 1994.
J. Hutchinson & A.D. Smith, editors, Ethnicity, Oxford-New York, Oxford University Press, 1996.
Alfred L. Kroeber, Clyde Kluckholn, Culture, A Critical Review of Concepts and
Definitions, New York, Vintage Books, 1952
Anthony D. Smith, The Antiquity of Nations, Cambridge-Malden MAss. , Polity, 2004
Eglin-Childers and Gary, (επιμ), The Columbia Dictionary of Modern Liter-
ary and Cultural Criticism, New York, 1995

Posted on Σάββατο, Μαρτίου 21, 2015 by Unknown

No comments

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Εθνικιστική Παρουσία σε ματς του Παναθηναϊκού από τους Ultras Athens


Υπάρχουν Εθνικιστές στα Γήπεδα; Προτού βιαστείτε να απαντήσετε, αναρωτηθείτε σε ποια εποχή ζούμε και τι εικόνες έχετε από τη σημερινή εικόνα στα ελληνικά γήπεδα. Η κατάσταση των οργανωμένων σε καμία περίπτωση δεν παρουσιάζει την εικόνα του παρελθόντος.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η παρουσία των Εθνικιστών στα γήπεδα δεν είναι τυχαία. Η λαϊκότητα του αθλήματος και η έκφραση των βασικών ενστίκτων της ομαδοποίησης και της έκφρασης μοναδικού μηνύματος είτε σαν χωριό, είτε σαν πόλη είτε σαν χώρα, βοήθησε στην ανάπτυξη μιας εξαιρετικής σημειολογίας μέσα στο γήπεδο.

Οι Εθνικιστές μέσα στα πλαίσια της υποστήριξης μιας ομάδας, δημιούργησαν τη βάση για να "περάσουν" τα μηνύματά τους από την κερκίδα. Έγινε με λίγα λόγια ο αθλητισμός το χωνί για να ακουστούν τα μηνύματα της κοινωνίας.

Στην Ελλάδα πολλές ομάδες έχουν το προνόμιο να έχουν στους κόλπους τους πολλές πολιτικές γκρούπες. Αναρχικοί, Αριστεροί, Δεξιοί, Ακροδεξιοί, Φασίστες δημιουργούν μια πολύχρωμη εικόνα με τη βασική πλειοψηφία να παραμένει αντι-πολιτική.

Τη δεκαετία του '90 οι Εθνικιστές αποτελούσαν ικανός αριθμός οργανωμένων οπαδών σε πολλές ομάδες τόσο του κέντρου όσο και της περιφέρειας. Παρόλα αυτά, η ατονία και η ελλειπής οργάνωση επέφερε την παρακμή με τις οπαδικές φατρίες να χωρίζονται πλέον με άλλους όρους και προγραμματισμό.

Εκτός αυτού, την εμφάνισή τους έκαναν και αντίπαλες γκρούπες με κύριο χαρακτηριστικό την αντιπαλότητα στο φασισμό (antifa groups). Σε αυτές τις ομάδες κατά κύριο λόγο συσπειρώνονταν οι αριστεροί κύκλοι της εξέδρας οι οποίοι πολλές φορές συνεργάζονταν και με αντίπαλες ομάδες προκειμένου να εξαλειφθεί ο "φασιστικός  κίνδυνος" στην εξέδρα.

Η παρουσία της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ στο Ελληνικό Κοινοβούλιο αναθέρμανε το ενδιαφέρον των ΜΜΕ για το φαινόμενο ύπαρξης Εθνικιστών στα Γήπεδα με αποτέλεσμα οι ομάδες να λαμβάνουν τα μέτρα τους και να προωθούν την αποπολιτικοποίηση της κερκίδας.

Κάθε γνώμη για το θέμα είναι απαραίτητη για να προβληθεί η πραγματική διάσταση της Εθνικιστικής Κερκίδας. Περιμένουμε τα μηνύματα σας και την άποψή σας στο g.karatheodoris@gmail.com  

Posted on Τετάρτη, Αυγούστου 06, 2014 by Unknown

No comments

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014




Παρήλθαν ενενήντα και πλέον χρόνια από τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη. Το πνεύμα του όμως παραμένει ζωντανό αφού – λιγοστοί, είναι η αλήθεια - τον θυμούνται και τον τιμούν. 

Για να καταλάβουμε πληρέστερα τον Δραγούμη θα πρέπει, ύστερα από τα κύρια έργα του, να μελετήσουμε το ημερολόγιό του, να εγκύψουμε σ’ αυτήν τη μυθιστορική ζωή, για να αλιεύσουμε, πέρα από πατριωτικά τσιτάτα, τις έγνοιες, τα πάθη, τις αντινομίες και τα διλήμματα, τις ανθρώπινες στιγμές, τις ευαισθησίες και τις αδυναμίες, όλα εκείνα που συνθέτουν μία προσωπικότητα τόσο σημαντική σαν αυτή, όλα όσα αποτελούν μια ολόκληρη ζωή γεμάτη δράση, προσφορά και σκέψη. 

Θα πρέπει ακόμα - ακόμα να λάβουμε υπόψη μας και του Φρέντυ Γερμανού τη σκοπιά, για να γευτούμε την belle époque και τον Δραγούμη έναν δανδή, να πρωταγωνιστεί μέσα σ’ αυτή. Εξίσου βοηθητικές είναι και οι καταγραφές της Πηνελόπης Δέλτα, του μεγάλου του πλατωνικού έρωτα, που έμελλε να παραμείνει ανεκπλήρωτος. Κι όλα αυτά γιατί ο Ίωνας Δραγούμης δεν ήταν μόνο ένας σύντροφός μας, ένας εθνικιστής, δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος λογοτέχνης και διανοούμενος, παρά και ένας πολύτροπος άνθρωπος, άξιος να εκτιμηθεί μέχρι τα μύχιά του. 

Ο Δραγούμης – δεν πρέπει να πλανηθούμε ως προς αυτό- κυνήγησε τον θάνατο, τον ηρωικό θάνατο, τον θάνατο πέρα από τα συνήθη, όπως και οι περισσότεροι ευγενικοί άνθρωποι της εποχής του, και η ρομαντική μελαγχολία που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή και κυρίως μετά τον θάνατο του Περικλή Γιαννόπουλου, μαρτυρά ότι η δολοφονία του δεν ήταν αποκομμένη από την πεποίθηση για το τέλος που σκόπευε να έχει. 

Όσον αφορά το έργο του, συστηματοποίησε ό,τι ο Περικλής Γιαννόπουλος εξέφρασε με το θυμικό και οριοθέτησε τον ελληνικό εθνικισμό, τον κοινωνισμό και τον κοινοτισμό. Όλες αυτές τις ιδέες τις υπηρέτησε με τη χρήση της δημοτικής γλώσσας. Σημαντικό για τα εθνικά μας ζητήματα ήταν το έργο του ως διπλωμάτη. 

Εξάλλου, είναι παραστάτης της σημερινής εθνικιστικής νεολαίας, κατά το ότι, παρά την απέχθειά του για την ενεργό πολιτική, ιδιαίτερα κάτω από τις συνθήκες που λειτουργούσε πάντοτε στο ελλαδικό κράτος, βούτηξε ως το λαιμό μέσα στον βούρκο της, πιστεύοντας ακράδαντα ότι ακόμα κι αν τίποτα καλό δεν πρόκειται να προκύψει, είναι όμως χρέος και καθήκον αυτή η ίδια η δράση, η ενέργεια, ο αγώνας ως αυταξία. Αυτό είναι το επαναστατικό φρόνημα, αυτός είναι ο εθνικισμός και έρχεται σε αντίθεση με το πρότυπο του απολιτικού νέου που προπαγανδίζεται σήμερα. 

Κλείνοντας, ας θυμηθούμε από το ημερολόγιό του, περίπου ένα χρόνο πριν την δολοφονία του, σε τι έχει κατασταλάξει σχετικά με τον εθνικισμό και τον κοινωνισμο, ότι δηλαδή ο εθνικισμός, κατά τη διατύπωση του Αριστοτέλη Καλέντζη, χωρίς τον σοσιαλισμό είναι μονόπους, λειψός: 

“Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός σοσιαλιστής. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός πατριώτης. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να νιώσω τον εαυτό μου άτομο. Από άνθρωπος μιας τάξης με ορισμένα συμφέροντα, γίνομαι σοσιαλιστής με την πλατιά έννοια, και θέλω μια καινούρια οικονομία της κοινωνίας μου και των άλλων κοινωνιών. Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος”. 

του Άγγελου Δημητρίου

πηγή: ΙΔΕΑΠΟΛΙΣ

Posted on Παρασκευή, Αυγούστου 01, 2014 by Unknown

No comments

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014




του Γ. Κοντογιώργη



 (Με αφορμή μια επισήμανση σε επιστολή…)

Σε σχέση με την αναφορά στην γενική επιστολή [……] για τον εθνικισμό και την ακροδεξιά, θέλω απλώς να εκφράσω την λύπη μου για το γεγονός ότι, ειδικοί και ίσως έγκυροι επί ενός γνωστικού αντικειμένου, εννοούν να εκτίθενται, πολυπραγμοσύνης ένεκεν, ως "ξερόλες". Ο γνώστης της έννοιας <έθνος> το ξεχωρίζει από την έννοια εθνικισμός. Ο εθνικισμός χρεώνει στην κοινωνία τις πολιτικές του κράτους, ενώ αυτές υπαγορεύονται από τα συμφέροντα των αρχουσών ομάδων. Κατά τούτο, εκείνοι  που ισχυρίζονται ότι το έθνος είναι επινόηση του κράτους κάνουν ιδεολογία, επιχειρούν να το οικειοποιηθούν, αποσπώντας το από τον φυσικό του φορέα, την κοινωνία, προκειμένου να νομιμοποιήσουν την μονοσήμαντη  νομή τους επί του κράτους. Υπό το πρίσμα επομένως αυτό είναι απολύτως αντιδραστικοί.

Εγώ λέω ότι το έθνος είναι η συνείδηση της κοινωνίας. Η προσέγγιση αυτή του έθνους συγκρούεται με εκείνη της νεοτερικότητας σε δύο επίπεδα: Το ένα, διότι εγγράφεται σε μια γνωσιολογική και όχι ιδεολογική σκοπιμότητα. Το άλλο, διότι προσμετρά ελευθερία υπέρ της κοινωνίας, την οποία ελευθερία αντιτείνει προς στους νομείς του κράτους που επιμένουν να μονοπωλούν το πολιτικό σύστημα. Ώστε, η νεοτερική προσέγγιση του έθνους αποτελεί ιδεολογική κατασκευή κι όχι το αντίθετο. Με πρόσχημα τη διάκριση έθνους και κοινωνίας η πολιτική τάξη επιτυγχάνει να εμφανίζεται ως εντολέας και εντολοδόχος -αφού είναι αυτή που καθορίζει τι είναι εθνικό και τι όχι- και να εξοβελίζει την κοινωνία εκτός πολιτείας στον ιδιωτικό χώρο. Το έθνος για τη νεοτερική ολιγαρχία ιστορείται δια των πεπραγμένων του κράτους και όχι της κοινωνίας.
 Από την άλλη, το έθνος ως συνείδηση κοινωνίας είναι φορέας ελευθερίας, δηλαδή συλλογικότητας. Εάν η κοινωνία είχε σήμερα -δυστυχώς είναι μακράν από του να συνειδητοποιήσει την αιτία των δεινών της- ενσωματώσει στο είναι της πέραν της ατομικής, την πολιτική ελευθερία, η πολιτεία θα ενσαρκωνόταν από αυτήν, αυτή θα αποφάσιζε για τη μοίρα της, η ιστόρηση του έθνους θα γινόταν από αυτήν και όχι από την οικονομική, πνευματική και πολιτική ολιγαρχία. Σήμερα που η οικονομία μετεξελίχθηκε και απέκτησε κοσμοσυστημική διάσταση, οι φορείς της, η διεθνής των αγορών και οι εσωτερικοί θιασώτες της, τάσσονται εναντίον του έθνους, διότι διαβλέπουν ότι με αυτό ανά χείρας η κοινωνία των πολιτών, θα τους αντιτάξει την πολιτική ελευθερία, θα αποκτήσει δηλαδή συνεκτικό πολιτικό ιστό, ικανό να ακυρώσει την ολομέτωπη κυριαρχία τους.
 Ώστε, το έθνος του κράτους, το έθνος της νεοτερικής ολιγαρχίας, υπηρετεί τους πάσης φύσεως ολιγάρχες, ενώ το έθνος της κοινωνίας την κοινωνική συλλογικότητα.  Το έθνος του κράτους χρεώνει στην κοινωνία τις πολιτικές των νομέων του κράτους. Το έθνος της κοινωνίας την ελευθερία/τα συμφέροντά της. Το σημαντικό, στο πλαίσιο αυτό, για τους ολιγάρχες είναι να μην επικαλεσθεί η κοινωνία την αρμοδιότητά της για το έθνος/πολιτική, διότι θα διαταράξει την ήδη επιτευχθείσα πολιτική κυριαρχία των αγορών. Διά του έθνους -της συλλογικής συνείδησης- η κοινωνία των πολιτών θα αξιώσει αρμοδιότητα επί της πολιτείας. Εξού και η επίκληση του έθνους από την κοινωνία ενοχοποιείται ως εθνικισμός, ενώ τα "δικαιώματα" αντιτείνονται ως υπέρτερα της ελευθερίας. Προσποιούνται οι ολιγάρχες ότι δεν αντιλαμβάνονται πως η ελευθερία κάνει άνευ αντικειμένου τα δικαιώματα. Γνωρίζουν όμως ότι με το καθόλα ιδεολογικό αυτό επιχείρημα θα νομιμοποιήσουν την ολιγαρχική τους διακήρυξη ότι "η πλειοψηφία είναι εχθρός των δικαιωμάτων".

Στον αντίποδα, υπέρ του παλαιού τύπου εθνικισμού, που είναι εξίσου ολιγαρχικός, τάσσεται η ακροδεξιά. Ο οποίος επειδή έληξε ο χρόνος του, οι φορείς του έχουν υιοθετήσει σε μια συνήθη λαϊκιστική ρητορική. Η ακροδεξιά δεν είναι προφανώς αντισυστημική, είναι απλώς αντισυμβατική, σε σύγκριση με την τυπική κοινοβουλευτική κομματοκρατία. Συναντώνται όμως και οι δύο, στην απέχθεια τους προς την κοινωνία. Δεν θέλουν τη δημοκρατία, ουδέ καν την αντιπροσώπευση. Αποκαλούν δημοκρατία το ολιγαρχικό έκτρωμα του Διαφωτισμού. Εντούτοις,  ο πιο αντιδραστικός, δηλαδή εχθρικός προς την κοινωνία εθνικισμός, στο μέτρο που δεν αποκλείει απλώς την κοινωνία από την ελευθερία αλλά και την οδηγεί στην περιθωριοποίηση/εξαθλίωση, είναι ο "αναθεωρητικός" εθνικισμός και κυριολεκτικά ολιγαρχικός εθνικισμός.  Ο ένας, επιχειρεί την οικειοποίηση του έθνους της κοινωνίας, ο άλλος  εχθρεύεται την ταυτοτική/κοινωνική συλλογικότητα, υιοθετώντας πολλές φορές, τον εθνικισμό του "άλλου": είτε των γειτόνων είτε  των αγορών ή και των δύο μαζί .
Η ελληνική ιστοριογραφική "επιστήμη" είναι παραδειγματική ως προς αυτό. Έχει επίσης το προσόν, να είναι στο βάθος και ιδεολογικά αλλοτριωμένη. Υπηρετεί τον εθνικισμό του ηγεμόνα, διατεινόμενη ότι κάνει επιστήμη. Αρκεί να διαπιστώσουμε ότι, παντού, ιστορία και αρχαιολογία συμφωνούν να δώσουν άλλην εθνική ταυτότητα σε ιστορικά τεκμήρια κατακτημένων. Το πιο προκλητικά  ενδιαφέρον παράδειγμα είναι, οι αρχαιότητες της ρωμαϊκής εποχής. Αδυνατούν δηλαδή να διακρίνουν  οι <ειδήμονες> αυτοί την διαφορά της διατύπωσης "ρωμαϊκός" έναντι "ρωμαϊκής εποχής". Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων μεταφέρθηκε επί ρωμαϊκού πλοίου (!). Η αγροτική έπαυλις που βρέθηκε πρόσφατα κοντά στο Κιάτο, ανήκε σε ρωμαίο ευγενή!!  Μέσα στα μουσεία, όλα τα ευρήματα της ρωμαϊκής εποχής βαφτίζονται "ρωμαϊκά". Εάν τους επισημάνεις το ανιστόρητο του γεγονότος σου αντιτείνουν ότι το να τα πεις ελληνικά να πεις ελληνικά τα ευρήματα της ρωμαιοκρατίας είναι εθνικιστικό! Το χειρότερο είναι ό,τι συμβαίνει με το Βυζάντιο. Ο σκοταδισμός των ιδεολογικά υποτελών μεταφράζεται σε ιστορική αλήθεια.
Να προχωρήσω; Ποιοί άραγε στήριξαν την λεηλασία της χώρας, από την Επανάσταση και εντεύθεν, χρεώνοντας την ελληνική κακοδαιμονία στην κοινωνία και στις κληρονομιές της, αντί να την χρεώσουν στο δεσποτικό κράτος και στο ακραιφνές δημιούργημά του την κομματοκρατία; Οι αντιδραστικοί της Δεξιάς και της Αριστεράς που, ως ολιγάρχες απεχθάνονται κάθε τι, που θα σφυρηλατούσε το πρόταγμα για την θεσμισμένη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, στο πολιτικό σύστημα. Αρνούνται να αποδεχθούν, ως μηρυκαστικοί πρακτορίσκοι των ηγεμόνων της νεοτερικότητας την ύπαρξη ελληνικού έθνους πριν από το νεοελληνικό κράτος, επειδή, οι πιο συνειδητοί, γνωρίζουν  ότι το έθνος ως συνείδηση κοινωνίας είναι η συνεκτική πρώτη ύλη, που θα παράξει την εξωτερική αλλά και εσωτερική ελευθερία της κοινωνίας, κατά των δυναστών της. Εξού και κάθε αναφορά στο παρελθόν, κάθε επίκληση του εθνικού συμφέροντος, κάθε επιχείρημα για την ευθύνη του κράτους για τα δεινά της χώρας, εγγράφεται ως υπόλογο εθνικισμού. Αισθάνονται ότι είναι επιτρεπτή η καπηλεία  του έθνους μόνο για να χειραγωγήσουν την κοινωνία, όχι όμως και η αναφορά στην πατρίδα, ως εθνική εστία, διότι αντιστρατεύεται την εθελοδουλεία, την ιδέα της ξένης προστασίας και το δικό τους μονοπώλιο στην εξουσία. Αρκεί να δούμε πως διαχειρίζονται οι πνευματικοί ολιγάρχες τον φυλετισμό.       

Γνωρίζουμε ότι ακόμη και τον 19ο αιώνα οι Έλληνες όριζαν το έθνος πολιτισμικά, εν αντιθέσει προς τους νηπιακούς ανθρωποκεντρικά ευρωπαίους που το αντιλαμβάνονταν ως μια απλώς φυλετική υπόθεση. Εντούτοις, η εντόπια "αναθεωρητική" ιστοριογραφία αγωνιά ακόμη να βρει την αιματολογική καταγωγή των αγωνιστών της επανάστασης! Έτσι, προφανώς εκτιμούν ότι θα καταδείξουν ότι η ελευθερία των Ελλήνων είναι υπόχρεη των ξένων, και θα κοντύνουν τον συνεκτικό ρόλο της ελληνικότητας. Το εγχείρημα της αποδόμησης της συλλογικότητας των Ελλήνων, το ομολογούν οι ίδιοι ευθαρσώς. Οίκοθεν νοείται ότι σκοπός  τους δεν είναι η ιστορική αλήθεια αλλά η ιδεολογική θεμελίωση της ηγεμονίας των νομέων του κράτους και των συγκατανευσιφάγων.
Επανέρχομαι στα αρχικά ολίγα: "κρίττον το σιγάν" και ιδίως σε ό,τι αφορά στην σύγχυση μεταξύ (νομιζομένης) επιστήμης και (αντιδραστικής) ιδεολογίας. Το να διατηρείς την σοβαρότητα σου, είναι δύσκολο αλλά αναγκαίο. Η προσπάθεια να επενδύσεις με επιστημονική  περικάλυψη την ιδεολογία σου, είναι ένα πρόβλημα. Η γελοιοποίηση είναι εύκολη, όταν σε κατέχει το πάθος της άγνοιας.
Μακρηγόρησα αλλά πιστεύω ότι, το πρόβλημα αφορά όλους μας.

Χαίρε

Γιώργος Κοντογιώργης
Λευκάδα 16.7.2014

Posted on Πέμπτη, Ιουλίου 31, 2014 by Unknown

No comments


Γράφει η Κορίνα Πενέση.

Λευκή ας βαλθεί όπου έπεσες, Κολώνα
(Πώς έπεσες, γραφή να μην το λέει)
Λευκή με της Πατρίδας την εικόνα
Μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίη,
Βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίη!

«Περί την 4ην απογευματινήν ανέμενον μεθ’ ομάδας εκ τριών ή τεσσάρων προσώπων την άφιξιν του τραμ παρά την γωνίαν της λεωφόρου Κηφισίας και της οδού Ιωάννου Παπαδιαμαντοπούλου, πλησίον του υπ’ αριθμόν 907 στύλου των ηλεκτρικών συρμάτων. Την προσοχή μου επέσυρεν ομάς στρατιωτών αγόντων εν συνοδεία έναν πολίτην καλού παρουσιαστικού και βαδίζοντος μετά πολλής αξιοπρεπείας. Δεξιόθεν και αριστερά αυτού εβάδιζον δύο στρατιώται, δεκάς δε ετέρων στρατιωτών είπετο εκ του σύνεγγυς. Πάντες έφερον ντουφέκια. Μόλις το απόσπασμα επλησίασεν εις τον υπ’ αριθμόν 905 στύλον του τραμ μετέβαλεν κατεύθυνσιν προς αριστερά και εσταμάτησε παρά το πεζοδρόμιον, αφήνοντας τον αιχμάλωτον πολίτην εις απόστασιν τεσσάρων βημάτων.

Οι στρατιώται αφού εσταμάτησαν, επυροβόλησαν. Ερρίφθησαν παρ’ αυτών περί τους δέκα πυροβολισμοί. Ουδέν πρόσταγμα ηκούσθη. Ο πυροβοληθείς πολίτης κατέπεσεν άπνους, χωρίς να βγάλει κραυγή, χωρίς να είπη τι…» (Αυτόπτης μάρτυρας).

31 Ιουλίου του 1920, ένα καυτό απομεσήμερο στην Αθήνα, όχι μόνο από την ζέστη, αλλά και από τον αναβρασμό που είχε προξενήσει η απόπειρα δολοφονίας του Ελευθέριου Βενιζέλου, στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, από δύο φανατικούς βασιλόφρονες. Οι Έλληνες και πάλι διχασμένοι. Όπως σχεδόν πάντοτε μετά από κάθε μεγαλούργημα. Όπως πάντοτε πριν από κάθε καταστροφή…

Οκτώ παιδιά των ταγμάτων ασφαλείας του Παύλου Γύπαρη, με έναν λοχία που κρατούσε το περίστροφο στο χέρι. Ο λευκοντυμένος άντρας, ο Ίων Δραγούμης, είχε γνωρίσει τον Γύπαρη στα χρόνια του Μακεδονικού αγώνα. Τότε πολεμούσαν μαζί τους Βούλγαρους, είχαν γίνει κουμπάροι, και σίγουρα δεν φαντάζονταν πως 12 χρόνια μετά, το νήμα της ζωής του ενός, θα έκοβαν οι σφαίρες των στρατιωτών του άλλου…

Είθισται να ονομάζουμε τον Ίωνα Δραγούμη «κίονα του εθνικισμού».

Ποιες συνθήκες όμως στην ζωή ενός ανθρώπου διαμορφώνουν την προσωπικότητα του σε τέτοιο σημείο που να μπορεί να σκέφτεται και να γράφει μέσα από την ψυχή του εκείνα τα λόγια, που μιλάνε ευθεία στην καρδιά του έθνους και που πολλοί σήμερα χρησιμοποιούν, δυστυχώς αρκετές φορές επιδερμικά, ως status στα social media:
“Αν το κράτος είναι ενάντια στο έθνος, πρέπει αναγκαστικά ή να αλλάξει μορφή ή να χαθή. Το κράτος, που εμποδίζει τη φυσιολογία του έθνους, είναι περιττό και βλαβερό.”

Πώς στήνει κάποιος έτσι τις λέξεις που να δεσμεύουν και να ξυπνούν κάποιον από όποιο λήθαργο έχει πέσει:
“Ο καθένας πρέπει να φαντάζεται ότι αυτός πρέπει να σώσει το Έθνος του. Ο καθένας γεννήθηκε σωτήρας του Έθνους του, λίγοι όμως ξέρουν ότι γεννήθηκαν τέτοιοι, δηλαδή πως αυτοί θα το σώσουν, αν θέλουν. Πρέπει να φαντάζομαι πως απο μένα μόνο εξαρτάται η σωτηρία του Έθνους μου και πώς, αν δεν ήμουν εγώ, δεν θα υπήρχε κανένας άλλος που να το σώσει, ή να μην κοιτάζω τι κάνουν οι άλλοι, αλλά να φαντάζομαι, μόνο πώς εγώ, έχω το μεγάλο χρέος της σωτηρίας.”

Πού βρίσκει τα πυρωμένα από Έθνος και Ελλάδα λόγια για να πει:

“Δέ μέ μέλει ἄν βάλω σέ δύσκολη θέση μιά κυβέρνηση πού δέν τήν σέβομαι, δέν εἶμαι καμωμένος γιά τήν κυβέρνηση ἤ γιά τό κράτος, ἔγινα γιά τό Ἔθνος καί τόν Ἕλληνισμό”.

Σίγουρα το περιβάλλον, ο τρόπος ζωής, οι επιλογές σου παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο! Αν φυγοπονείς, δεν μπορείς να σκεφτείς, να γράψεις, να αναλύσεις και εντέλει να δεις τις κρυμμένες έννοιες στα γεγονότα δίπλα σου.
Όταν όλοι γύρω σου άγονται και φέρονται από αδιαφορία για τα πάντα, ή ενδιαφέρονται για θέματα ανούσια δεν γίνεται να λογάσαι Εθνικιστής. Γιατί πολύ απλά:

«Ο εθνικισμός είναι μορφή ενέργειας. Όλοι λοιπόν οι ενεργητικοί άνθρωποι είναι εθνικιστές, είτε το ξέρουν είτε όχι. Ο διεθνιστής είναι στοιχείο θανάτου για το έθνος του».

Ίων Δραγούμης… Ο ιδεολόγος που μετέφερε μαχητικά τις ιδέες του στην πράξη, που εξορίστηκε και εντέλει δολοφονήθηκε κοιτώντας τους εκτελεστές του ίσια στα μάτια για αυτές τις ιδέες…

Ο άνθρωπος που ως προξενικός αντιπρόσωπος της Ελλάδος, στις Σέρρες, τη Φιλιππούπολη, τον Πύργο, την Ανδριανούπολη, την Αλεξανδρούπολη και την Κωνσταντινούπολη συνέβαλλε τα μέγιστα στην πολιτική οργάνωση του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο άνθρωπος που συμμετείχε στην επιτροπή που διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης μας στον Ελληνικό στρατό και που ύψωσε με τα χέρια του πρώτος την Ελληνική σημαία στο Δημαρχείο της πόλης.
Ο άνθρωπος που παύθηκε από τα καθήκοντά του γιατί ενέκρινε την ένωση του Καστελόριζου με την Ελλάδα χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον αρμόδιο υπουργό.

Αυτός που συνεχώς έλεγε πως : “Δουλεύω για τον Ελληνισμό. Δουλεύοντας για τον Ελληνισμό, δουλεύω για τον εαυτό μου. Γιατί μήπως εγώ είμαι διαφορετικός από τον ελληνισμό μου; Δεν δουλεύω για την κυβέρνηση, δουλεύω για τον Ελληνισμό. Άμα συλλογίζομαι την κυβέρνηση πέφτω, σηκώνομαι όταν νοιώθω τον Ελληνισμό.”

Το 1907 στο «Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα» έγραφε με το αίμα της αθάνατης Ελληνικής ψυχής του την μεγάλη διαχρονική αλήθεια:

«Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Θα μας σώσει από την βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώσει από την μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε…»

Και μόνο το όνομα του προκαλεί δέος!… Ζυμώθηκε με τα πρόσωπα της εποχής του μέσα από μια σειρά γεγονότων πολύ σημαντικών όσο και τραγικών, μιας περιόδου ταραγμένης και ασταθούς!

Ο ΄Ιων ήταν βαθιά πατριώτης, που δεν περιορίζονταν στα ευχολόγια και τη θεωρία, διότι κατά αυτόν τον τρόπο όλοι είναι “πατριώτες”. Ο πατριωτισμός του Ίωνα ήταν έμπρακτος και εκδηλωνόταν σε κάθε φάση της ζωής του. Προείχε γι΄ αυτόν η Ιδέα της Πατρίδος και θυσίαζε για αυτήν την Ιδέα αδίστακτα τα προσωπικά οφέλη. “Τα πρόσωπα δεν παίζουν κανένα ρόλο όταν πρόκειται να σώσουμε την Πατρίδα” έλεγε πάντα

Ένας άνθρωπος με ανησυχίες, με αρκετά όνειρα ζωής, άλλα τεκμηριωμένα, άλλα πάλι όχι...

Με έναν ατεκμηρίωτο πλατωνικό έρωτα. Αυτόν που έζησε στην Αλεξάνδρεια με την Πηνελόπη, η οποία αφού δεν μπορούσε να ζήσει μαζί του γιατί ήταν παντρεμένη, έμαθε για την σχέση του με την Μαρίκα Κοτοπούλη και από τότε μαυροφορέθηκε και αργότερα έζησε την δολοφονία του, στιγματίζοντας ολόκληρη την ζωή της…

Τι τραγικότητα! Εντολέας της δολοφονίας του Δραγούμη, ήταν ο Βενιζελικός Εμμανουήλ Μπενάκης. Ο πατέρας της τραγικής Πηνελόπης Δέλτα!

Η μοίρα χαράζει ανεξίτηλα εκείνους που την προκαλούν. Δε γίνεται αλλιώς!

Γιος πρώην πρωθυπουργού, με κοινωνικά υψηλές γνωριμίες, και με αδιαμφισβήτητες ικανότητες, σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και το 1899 μπήκε στο διπλωματικό σώμα, υπηρετώντας ως προξενικός υπάλληλος, με ένα «καλό» γάμο θα μπορούσε να λύσει για πάντα το οικονομικό πρόβλημα που τον ταλάνιζε ως την τελευταία μέρα της ζωής του και να αναδειχθεί σε ηγετική μορφή των αντιβενιζελικών που χρειάζονταν τότε τέτοια στελέχη.

Όμως δεν το έκανε. Προτίμησε να εγκαταλείψει τα σαλόνια, για τους βάλτους της Μακεδονίας, το χρέος και την θυσία, το «μαρτύρων και ηρώων αίμα». Αφιέρωσε την ζωή του στο Έθνος. Δεν βολεύτηκε, δεν συμβιβάστηκε.
«Αν μπορούσα να καταστρέψω μόνος μου το κράτος το Ελληνικό, θα το έκανα αμέσως. Τι χρησιμεύει ένα κράτος Ελληνικό, που αντί κάθε άλλη εξωτερική πολιτική, διορίζει προξένους στην Ανατολή και πρέσβεις στη Δύση και τους ξεπροβαδίζει με την μονάκριβη ευχή και οδηγία προσέχετε να μην γεννάτε ζητήματα. Αν το κράτος δεν νοιώθει τι μπορεί και τι πρέπει να κάνει, δεν αξίζει να ζει. ».

Φύση και πνεύμα που αποζητούσε την πρόκληση. Άνθρωπος που απεχθανόταν το βόλεμα.

«…Οι κουρασμένοι κάνουν κοινωνίες εβραίικες με μόνο σκοπό τη γενική αλληλοβοήθεια, οι κουρασμένοι, που δεν έχουν πια ορμές, παρά μόνο γούστα, οι κουρασμένοι, που μόνο τη ζωούλα τους κοιτάζουν, που αλτρουίζουν μόνο για να υπηρετήσουν καλλίτερα το μικροσυμφέρο τους, οι κουρασμένοι, που βαστιούνται από τα χέρια σε μιαν αλληλεγγύη, γιατί φοβούνται να περπατήσουν μοναχοί τους, μην τύχη και κοπιάσουν πάρα πολύ, οι κουρασμένοι, που το στρατιωτικό γι’ αυτούς είναι βάσανο, γιατί δεν υπηρετεί τη ζωούλα τους, οι κουρασμένοι, που εχθρούς δεν έχουν…»
Είχε σημαντικούς φίλους, όσο και εχθρούς και αυτό δείχνει και την ποιότητα του ανδρός.

Φίλος του επιστήθιος, ο Περικλής Γιαννόπουλος ο άλλος μεγάλος στοχαστής και οπλίτης του ελληνισμού, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Στην οικογένειά του αργότερα προστέθηκε, ως σύζυγος της αδερφής του, ο Παύλος Μελάς! Σημαντικός φίλος και σύμμαχος που όμως αργότερα εξελίχθηκε σε θανάσιμο εχθρό, ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

            Για τον Δραγούμη προείχε η ιδέα της Πατρίδας και ήταν πρόθυμος να θυσιάσει κάθε προσωπικό όφελος. «Τα πρόσωπα δεν παίζουν κανένα ρόλο όταν πρόκειται να σώσουμε την Πατρίδα», έλεγε…
Η βάση του Ελληνικού Λαϊκού Εθνικισμού που πρότεινε ο Δραγούμης ήταν:
  • η ελευθερία: ως εθνική ελευθερία εννοούσε την αυτοδιάθεση των υποδούλων τότε Ελλήνων
  • ο πολιτισμός: ως «νομιμοποιητική» βάση της αξίας του έθνους:
«Ακουμπώντας στο έθνος μου να γίνω πιο άνθρωπος. Δεν μπορεί κανείς να είναι άνθρωπος ξεχνώντας την καταγωγή του. Να θυμάται κανείς από πού βγήκε, που μεγάλωσε, ποιο έθνος τον ανέθρεψε. Μου αρέσει να βλέπει κανείς τους δεσμούς του. Αυτό θα πει ελευθερία».

Για την σύνδεση του έθνους με τον πολιτισμό:

«Ποιος είναι ο τελικός των εθνών, πες τον προορισμό, πες τον αποστολή; Ο πολιτισμός! Να ένα έργο άξιο για τα έθνη, έργο αληθινά ανθρώπινο. Να η δικαιολογία των εθνών. Να πως τα έθνη είναι χρήσιμα στην ανθρωπότητα και να που έσφαλε ο Μαρξ πολεμώντας τα έθνη. Πολιτισμούς γεννούν τα έθνη και αυτά μονάχα. Δεν φθάνει όμως να είναι ένα έθνος πολιτισμένο, πρέπει να είναι πολιτισμένο και από δικό του πολιτισμό. Σε αυτό λοιπόν χρησιμεύουν τα έθνη. Οι πολιτισμοί γεννιούνται ο καθένας σε κάποια πατρίδα, σε κάποια εποχή και σε κάποιο έθνος. Έξω από αυτά δεν μπορεί να σταθεί πολιτισμός».

Αν ο Δραγούμης ζούσε σήμερα, ίσως να τον ακούγαμε να λέει στην Ρεπούση: «Τα Ελληνικά σχολεία είναι για 2 σκοπούς: να ανοίγουν τα μυαλά και να φουσκώνουν το παιδί με τον εθνισμό του. Η παράδοση είναι ο σύνδεσμος των ατόμων μίας φυλής, τωρινών και περασμένων, που τα κάνει έθνος. Ιστορία είναι η συνείδηση του συνδέσμου αυτού. Να νοιώθεις την καταγωγή σου, την συνέχεια του εθνικού εγώ σου, την ιστορία που σου κάνει συνειδητό το πέρασμα του έθνους σου μέσα στους αιώνες».

Για τους φιλοοθωμανούς και για όσοι περιμένουν να δουν τον Σουλεϊμάν εκφράζοντας τον νεοραγιαδισμό τους, θα τους έλεγε: «Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει τους μπάτσους του Τούρκου, που είναι σκλάβος του φόβου του. Ο ραγιάς είναι μισός άνθρωπος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα. Τον κυνηγάς και κρύβεται. Τον δέρνεις και ακόμα σκύβει. Τον σκοτώνεις και σωπαίνει».

Για την «Ενωμένη Ευρώπη» της Μέρκελ και του Σόιμπλε: «Ναι, το βλέπω πως η Ευρώπη ενώνεται, πως τα έθνη και οι φυλές ζυγώνουν η μία την άλλη. Αλλά εγώ είμαι ένας και εγώ θα ακουμπήσω επάνω στους γύρω μου ανθρώπους. Και αυτοί είναι οι Έλληνες».

Για την παγκόσμια δημοκρατία: «Τόσο αγαπώ την Ελληνική ύπαρξη, που αν ήταν να γίνουμε όλοι οι άνθρωποι κοσμοπολίτες, θα έλεγα να μην ονομαζόμασταν Έλληνες. Δεν χρειάζεται η λέξη Έλληνες όταν όλοι οι άνθρωποι της γης γίνουν κοσμοπολίτες μίας απέραντης δημοκρατίας».

Για τον «πολυπολιτισμό» που προσπαθούν να μας επιβάλλουν: «Μόνο εμείς, όσοι νοιώθουμε την δική μας την πατρίδα, μπορούμε να νοιώσουμε και των άλλων τις πατρίδες. Πρώτα πρέπει να νοιώσω τον εαυτό μου καλά, έπειτα καλά το έθνος μου και έτσι φθάνω στην ανθρωπότητα. Όσοι λένε πως είναι κοσμοπολίτες και δεν περνούν από όλα αυτά τα στάδια δεν μπορούν να νοιώσουν την ανθρωπότητα».

Για τους πολιτικάντηδες που ψηφίζουν χωρίς ντροπή προς το έθνος μνημόνια εξόντωσής του «γιατί είναι μονόδρομος»: «Μας επιβουλεύονται οι idees modernes, ο σύγχρονος πολιτισμός με τον μασωνισμό του, με τη φιλανθρωπία του, με την αλληλοβοήθειά του, με τον κοινοβουλευτισμό του»… «Ας λείψη το κράτος, που θα της είναι εμπόδιο ή θα παραμορφώνη την εθνική ψυχή. Αν το κράτος στενοχωρή το έθνος, πρέπει αναγκαστικά ή να αλλάξη μορφή ή να χαθή. Το κράτος, που εμποδίζει τη φυσιολογία του έθνους, είναι περιττό και βλαβερό.» «Αν είμαστε ζωντανό γένος, δε θα κολλήσωμε στο πολιτικό σύστημα που μας κάθισαν. Το σύνταγμα και οι βουλευτές είναι μια αρρώστεια. Και θα ζήσουμε τότε με άλλο σύστημα πολιτικό, που να μας έρχεται καλλίτερα. Πώς χωρίς να μας μελετήσουν, χωρίς να μάθουν καλά το φυσικό μας, μας κόλλησαν βουλευτές και συντάγματα;»

Για όλους αυτούς τους άχρηστους βουλευτές του Κ(υ)νοβουλίου:

«Το Σύνταγμα θέλησε να δώσει στο έθνος αντιπροσώπους και είπε να υπάρχουν βουλευτές. Επρόκειτο αυτοί οι βουλευτές να αντιπροσωπεύσουν το έθνος. Αλλά η πραγματικότητα τα χάλασε και οι βουλευτές δεν είχαν κανένα συμφέρον να καταγίνουν με το έθνος. Τέτοιοι μια φορά δεν είναι. Για όνομα του Θεού, βρείτε άλλους να αντιπροσωπεύσουν το έθνος».

Ο Ίων Δραγούμης ανέβηκε μέχρι την Κηφισιά να αφήσει την Μαρίκα Κοτοπούλη για να είναι ασφαλής λόγω του ξεσηκωμού από την πληροφορία πως κάποιοι αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο και ξανακατέβηκε μέχρι την Αθήνα για να γράψει ένα άρθρο καταδίκης της απόπειρας. Ο εμφύλιος σπαραγμός και η διχόνοια ερχόταν να συναντήσει το έθνος και έπρεπε οπωσδήποτε να σταματήσει. Έτσι, ο Δραγούμης παραμέρισε την προσωπική διαμάχη που είχε με τον Βενιζέλο.

Αυτό, όμως, δεν το ανέφερε στους στρατιώτες που τον σταμάτησαν και τον ρωτούσαν επίμονα τι κάνει τέτοια ώρα εκεί. Ποιος θα τον πίστευε, άλλωστε…

Θα το έπαιρναν σαν δικαιολογία και παράκληση να τον αφήσουν. Και ο Ίων δεν παρακαλούσε ποτέ… Έμεινε σιωπηλός ως το τέλος, που ήξερε πως ήταν πολύ κοντά. Τον θάνατο είχε μάθει να τον μυρίζει στον αέρα, ήδη από τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα.

Το πτώμα του Δραγούμη έμεινε σκυλευμένο στο πεζοδρόμιο για πολλές ώρες. Αργά το απόγευμα μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο, όπου μετά από ειδοποίηση αργά το βράδυ, προσήλθε ο γηραιός πατέρας του Στέφανος Δραγούμης, για να αναγνωρίσει τον νεκρό γιο του. Η οικογένεια του νεκρού απαίτησε νεκροψία που έδειξε ότι ο άτυχος άνδρας έφερε 9 σφαίρες στο κορμί του, έντεκα λογχισμός διαμπερείς δια ξιφολόγχης και κάταγμα του αριστερού μηρού δια υποκοπάνου όπλου.

Τόσο ήταν το μίσος του καθεστώτος για τον ΄Ιωνα Δραγούμη. Του ανθρώπου που αποτελεί για τους Έλληνες Εθνικιστές, τον κυριότερο εκφραστή της ιδεολογικής μας θεώρησης… Για τον άνθρωπο που ότι έλεγε με τα λόγια, το υποστήριζε μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος του…

«Όταν ένας του γένους δεν φοβάται, πώς μπορεί να φοβάται το γένος; Όταν ένας του γένους δε θέλει να χαθεί το γένος, πώς μπορεί το γένος να χαθεί; Οι δικοί μας οι αντάρτες είμαστε εμείς, συ και εγώ, και ο άλλος, φθάνει να το θέλουμε. Η επιτυχία θα έλθει άμα δεν την συλλογίζεστε. Θα έλθει άμα συλλογίζεσθε πάντα το σκοπό: Μας φτάνουν πια οι μάρτυρες. Χρειάζονται ήρωες. Γενείτε ήρωες».

πηγή: ethnikismos.net

Posted on Πέμπτη, Ιουλίου 31, 2014 by Unknown

No comments